Ένα στιγμιότυπο από το παρελθόν.
«Η προσφορά σου είναι ανεκτίμητη. Έσωσες για άλλη μια φορά τον άνθρωπό μας. Σε παρακαλούμε μέχρι το τέλος της σοδιάς άσε μας να φροντίζουμε εμείς για το ψωμί της μέρας». Εμπρός σ΄αυτή την πηγαία αμοιβαιότητα, σε αυτήν την ελεύθερη ανταλλαγή, το Κεφάλαιο έστεκε σαστισμένο. Με αίμα και ιδρώτα να στάζει από κάθε πόρο της ύπαρξής του κρυφοκοίταζε από μια γωνία. Άραγε πόσες τέτοιες σχέσεις υλοποιούνταν εκείνη τη στιγμή σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του πλανήτη; Και όμως του ξέφευγαν μέσα από τα αρπακτικά του χέρια. Είχαν περάσει πολλές δεκάδες χρόνων ύπαρξής του. Είχε υψώσει φράχτες παντού, είχε ξεχερσώσει χωράφια και είχε πνίξει με προβατίσια θηλιά εκατοντάδες κοινότητες. Οι εξεγέρσεις στα φέουδα το καθυστέρησαν, όταν οι δρόμοι των κοινοτήτων έγιναν δρόμοι αναταραχών. Διέλυσε τις κοινότητες. Αυτές ανασυστάθηκαν. Τις ξαναδιέλυσε. Πέρασαν τόσα χρόνια και όμως αυτή τη γνώση, αυτό το μοίρασμα δε είχε καταφέρει ακόμη να το υφαρπάξει. Τότε έστησε πυρές σε κάθε χωριό. Οι γυναίκες έπρεπε να καούν. (Μάγισσες , μάγισσες!). Μαζί με αυτές θα καούν και οι ελεύθερες γνώσεις, οι πρακτικές, το μοίρασμα, η ελεύθερη προσφορά. Τότε θα δυνάμωνε κι άλλο. Νέα πεδία εκμετάλλευσης ανοίγονταν μεμιάς μπροστά του. Θα γίνονταν η μοναδική θέαση της πραγματικότητας. Ανίκητο!
Μια αναδρομή στην αυγή του καπιταλισμού.
Από τον 16ο έως τις αρχές του 19ου αιώνα, το κεφάλαιο άρχισε να αναδύεται και να εδραιώνεται σε όλη την Ευρώπη μέσω της διαδικασίας των περιφράξεων: οι αγρότες εκδιώχθηκαν από τη γη που ζούσαν και καλλιεργούσαν, η συλλογική ιδιοκτησία έγινε ιδιωτική, φυτεύτηκαν φράχτες, σκάφτηκαν χαντάκια, ο δημόσιος χώρος χάθηκε και η κοινοτική ζωή διαλύθηκε. Οι αγρότες στερήθηκαν τη γη και τα μέσα παραγωγής τους και στη συνέχεια μετατράπηκαν σε εργάτες, που την εργασία τους την καρπωνόταν το κεφάλαιο. Από τις απλές αγροτικές κοινότητες όπου ζούσαν με σχετική αυτάρκεια, άντρες, γυναίκες και παιδιά βρέθηκαν καταπονημένοι και υποσιτισμένοι να ζουν σε παραγκουπόλεις κοντά σε βιομηχανικές περιοχές δουλεύοντας ολημέρα για τα αφεντικά τους. Αυτό είναι αυτό που ονομάζεται «πρωταρχική συσσώρευση κεφαλαίου» και έτσι ξεκίνησε ο καπιταλισμός.
Η πρωταρχική συσσώρευση αποτελεί μια ιστορική προϋπόθεση του καπιταλισμού αλλά και το περιεχόμενο του κεφαλαίου. Από τη στιγμή που ο καπιταλισμός παίρνει σάρκα και οστά, δεν διατηρεί μόνο τον διαχωρισμό μεταξύ ανθρώπου και μέσων παραγωγής, αλλά τον αναπαράγει σε μια διαρκώς αυξανόμενη κλίμακα. Αυτό που στην αυγή του καπιταλισμού, εμφανίζεται ως διακριτή ιστορική διαδικασία, στη μετέπειτα καπιταλιστική συσσώρευση παρουσιάζεται ως μια «φυσιολογική» διαρκής διαδικασία, μια κανονικότητα. Δηλαδή, ό,τι εφαρμόστηκε κατά το ξεκίνημα του καπιταλισμού, εξακολουθεί να εφαρμόζεται μέχρι και σήμερα, μετασχηματίζοντας τα μέσα παράγωγης και αναπαραγωγής μας σε κεφάλαιο, μετατρέποντας κάθε ανάγκη σε εμπορεύματα, διαλύοντας την κοινωνία και τις επιμέρους κοινότητες, εμπορευματοποιώντας τελικά τις ίδιες τι ανθρώπινες σχέσεις, κάνοντάς μας να είμαστε πλήρως εξαρτημένοι από τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής.
Με αυτό κατά νου, θα μπορούμε επίσης να κατανοήσουμε την ανάπτυξη μιας κατακερματισμένης κοινωνίας που στηρίζεται σε ένα μοντέλο οργάνωσης που κάθε του εφαρμογή λειτουργεί διαλυτικά ως προς τις ανθρώπινες σχέσεις και γενικά ως προς κάθε μορφή κοινότητας. Με τη διαμεσολάβηση του κεφαλαίου να παίζει καθοριστικό ρόλο σε όλες του τις σχέσεις.
Ένα στιγμιότυπο από το-όχι και τόσο μακρινό- παρελθόν
«Πάρε αυτό το βιβλίο, διάβασέ το, και αν σου αρέσει κράτησέ το, στο χαρίζω». «Έχω αυτούς τους δίσκους, τους ανταλλάσσω». Φράσεις βγαλμένες όχι από το τόσο μακρινό παρελθόν. Το Κεφάλαιο νυσταγμένο από την αδηφαγία του, ζηλεύει. Θέλει να αρπάξει ακόμα και αυτό. Όχι δεν υπάρχει μια ολιγαρχία, μια παγκόσμια κεντρική επιτροπή που το ελέγχει, που το κατευθύνει. Είναι στη φύση του. Να αναπτύσσεται, να καταβροχθίζει. Να κατακερματίζει την κοινωνία, σε μικρά απομονωμένα κομμάτια. Και μετά, τα κομμάτια αυτά να τα συγκολλά σε νέες μορφές ή δομές χρησιμοποιώντας, ως ουσία συγκόλλησης, τα ίδια του τα εμπορεύματα. Θέαμα, να η ανώτερη μορφή κεφαλαίου, η ύψιστη μορφή διαμεσολάβησης. Ένα κεφάλαιο χορτασμένο που θέλει κι άλλο, κι άλλο!
Ο σφετερισμός του κεφαλαίου
Με το πέρασμα των χρόνων, πολλά κοινά αγαθά, παγκόσμια ή τοπικά έγιναν βορά του κεφαλαίου και απαλλοτριώθηκαν από αυτό. Κάθε πτυχή της καθημερινής ζωής αποτελούσε ένα εν δυνάμει πεδίο σφετερισμού από το κεφάλαιο. Μα ο διαχρονικός στόχος του ήταν πάντα η ασύλληπτη παραγωγική δύναμη της κοινότητας, με την έννοια της τοπικής ή ακόμα και της παγκόσμιας διασύνδεσης. Η ελεύθερη ανταλλαγή, η χωρίς αντίτιμο συνεισφορά, το δώρο ή το μοίρασμα, ήταν είναι και θα είναι μια ακαταμάχητη πηγή αξίας που το κεφάλαιο ήθελε ανέκαθεν να αποικιοκρατήσει.
Ένα πρόσφατο παράδειγμα, σε μια εποχή εξατομίκευσης και κοινωνικού κατακερματισμού, που η αποξένωση κυριαρχεί, είναι τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης που υποκαθιστούν την έλλειψη επικοινωνίας. Με απλά λόγια, διαλύονται οι φυσικοί τρόποι επικοινωνίας των ανθρώπων και στη συνέχεια το κεφάλαιο ως «από μηχανής θεός» υποκαθιστά την επικοινωνία πουλώντας ψηφιακά εργαλεία. Με τα χρόνια, έχουμε όλοι-ες καταλάβει πως η «δωρεάν» επικοινωνία των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και των εφαρμογών τους ουσιαστικά πληρώνεται ακριβά από εμάς τους ίδιους: χρόνος ενασχόλησης, άυλη εργασία, διαφημίσεις, πακέτα δεδομένων (big data). Όμως, πέρα από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, νέες εφαρμογές και ιστοσελίδες, υποκαθιστούν ή αντικαθιστούν σχέσεις με τρόπο που μέχρι πρότινος ήταν αδιανόητο να φανταστούμε.
Το παράδειγμα του VENDORA & του ΜΕΤΑΒΟΟΚ
Vendora: μια διαδικτυακή εφαρμογή όπου καθένας μπορεί να πουλήσει ότι έχει στο σπίτι του και δεν του είναι πια χρήσιμο ή απαραίτητο. Δηλαδή ένα διαδικτυακό παλαιοπωλείο ή μαγαζί με μεταχειρισμένα. Φτιάχνοντας έναν λογαριασμό, μπορείς να εκθέσεις την πραμάτεια σου, ορίζοντας και το απαραίτητο αντίτιμο. Μεσολαβητής, η επιχείρηση «vendora». Με το αζημίωτο φυσικά. Δεν είναι μόνο ότι το μεγαλύτερο παλαιοπωλείο της Ελλάδας δεν έχει στην κατοχή του ούτε ένα αντικείμενο, δεν είναι ότι οικειοποιείται τα πράγματα των άλλων, είναι ότι δημιουργεί σταθερά την ακλόνητη πεποίθηση ότι πλέον τίποτα δεν πρέπει να χαρίζεται. Τίποτα δεν είναι «τζάμπα». Όποιος χαρίζει σφάλει, είναι κορόιδο. Ακόμα και ένα παλιό μπρελόκ, μπορεί για κάποιον κάπου να έχει μια αξία που δίνει όσο-όσο για να αποκτήσει. Έτσι καταστρέφεται η πρακτική του χαρίσματος, και εμπορευματοποιούνται τα αγαθά στην υποτιθέμενη υλική ή συλλεκτική τους αξία. Συν τοις άλλοις, γίνεται μια ψυχρή εκμετάλλευση της συναισθηματικής σύνδεσης των ανθρώπων με περασμένες εποχές και την υλική αποκρυστάλλωση αυτής της σύνδεσης σε παλιά αντικείμενα. «Βαλέ ότι τιμή θες, κάποιος τρελός σαραντάρης θα βρεθεί να το αγοράσει».
Πάντα -θα πει κάποιος- υπήρχαν παλαιοπωλεία. Υπάρχει όμως μια διαφορά. Το Vendora, όπως αναφέραμε πριν, δεν έχει στην κατοχή του τίποτα. Δεν πουλά μόνο τα πράγματα άλλων, αυτό που κάνει τη διαφορά είναι πως πουλά και την ίδια τη σχέση μεταξύ πωλητή και αγοραστή. Ουσιαστικά πουλά την κοινωνική σχέση που έχει χαθεί λόγω του κοινωνικού κατακερματισμού. Παράλληλα αναπτύσσει ένα ψευδές αίσθημα κοινότητας, δηλαδή ένα διυποκειμενικό φαντασιακό όπου τα υποκείμενα κατακλύζονται από τη ψευδαίσθηση ότι έχουν κάτι κοινό. Η κοινωνική μεσολάβηση, βασική πρακτική του θεαματικού κεφαλαίου.
Μetabook: «οραματιζόμαστε έναν κόσμο όπου το βιβλίο διαβάζεται ξανά και ξανά» γράφουν στην ιστοσελίδα, εννοώντας πως «φτιάξαμε έναν κόσμο όπου το βιβλίο πωλείται ξανά και ξανά». Η εν λόγω εφαρμογή, λειτουργεί με ένα παραπλήσιο τρόπο με την προαναφερθείσα εφαρμογή. Κάθε πωλητής, αφού φτιάξει έναν λογαριασμό, εκθέτει την πραμάτεια του, που αυτή την φορά είναι μόνο βιβλία, και αφού τα αυτοαξιολογήσει με βάση την κατάσταση στην οποία βρίσκονται, ορίζει ένα αντίτιμο. Με κάθε πώληση, το Μetabook αποσπά κέρδος 12,5%. Φυσικά ο αγοραστής μπορεί, αφού παραλάβει το βιβλίο και όταν ολοκληρώσει το διάβασμα/μελέτη του, να το ξαναπουλήσει ξαναδίνοντας 12,5% στο Μetabook. Εδώ να αναφέρουμε πως κάθε πωλητής αξιολογείται από τον αγοραστή ανάλογα με τη κατάσταση του βιβλίου και τις παρεχόμενες υπηρεσίες (π.χ. ταχύτητα εξυπηρέτησης και αποστολής, περιτύλιγμα κ.ά.)
Η αλήθεια είναι πως και σε πολύ παλιότερες εποχές πωλούνταν πράγματα από κάποιον ιδιώτη σε κάποιον άλλο –χωρίς να υπονοούμε με αναχρονιστικό ρομαντικό τρόπο πως «παλιά ήταν καλύτερα» μιας και δε σκιαγραφούμε την ίδια κοινωνική σχέση αλλά τη λειτουργία του κεφαλαίου. Στην περίπτωση του metabοοκ έχουμε έναν καθολικό διαμεσολαβητή -το μεγαλύτερο παλαιοβιβλιοπωλείο της χώρας που δεν έχει στην κατοχή ούτε ένα βιβλίο. Και εδώ αυτό που πωλείται δεν είναι μόνο το βιβλίο, αλλά η κοινωνική σχέση ως διαμεσολάβηση που υποκαθιστά τις διαλυμένες/λαβωμένες κοινωνικές σχέσεις. Επίσης μια επιπλέον πρακτική είναι πως –αν και πάντα υπήρχαν αγοροπωλησίες στην κοινωνία- ουδέποτε δεν είχε γενικευτεί η αγοροπωλησία βιβλίων. Ουδέποτε –στην κοινωνική μας εμπειρία στον παρόντα γεωγραφικό τόπο- δεν είχαμε ακούσει κάποιον να λέει «έχω ένα βιβλίο το πουλάω». Η έννοια του «χαρίζω» ή έστω «ανταλλάσσω» κυριαρχούσε πάντα στον κόσμο των αναγνωστών. Εκεί λοιπόν έγκειται και η επιχειρηματική πρωτοτυπία του metabοοκ. Προβαίνει σε μια αγοροπωλησία προϊόντος που μέχρι πρότινος αποφευγόταν να πραγματοποιείται στην καθημερινή ζωή. Τα παλαιοβιβλιοπωλεία αποτελούν εξαίρεση. Ο κανόνας ήταν (είναι;) ότι το μεταχειρισμένο ή αχρείαστο πια βιβλίο χαριζόταν χέρι με χέρι.
Παράλληλα, και ενδεχομένως, την παρούσα στιγμή στον ελλαδικό χώρο υφίσταται μια συσσώρευση παλαιών βιβλίων στοιβαγμένα σε ατομικές / οικογενειακές βιβλιοθήκες. Μέχρι πρότινος ένα μέρος από τα βιβλία αυτά κατέληγε σε άλλες βιβλιοθήκες, σε δημόσιες δανειστικές βιβλιοθήκες, σε σχολικές βιβλιοθήκες, σε αναγνωστήρια, σε ουκ ολίγες κινηματικές δανειστικές βιβλιοθήκες στεκιών και καταλήψεων, σε χαριστικά παζάρια βιβλίων (που ανθούσαν πριν μια δεκαετία) και όχι μόνο. Τώρα στην παρούσα κοινωνική συγκυρία που συντονίζεται με την κουλτούρα της εμπορευματοποίησης θεωρείται αυτονόητο πως τα βιβλία αυτά μπορούν να πουληθούν. Πού; Ποιος θα τα πάρει; Όπως ξεκάθαρα διαμηνύει το metabοοκ: «Κάθε βιβλίο έχει αξία. Γιατί για κάθε βιβλίο, όσο παλιό κι αν είναι, υπάρχει ένας αναγνώστης που το αναζητεί. Στόχος μας στο metabook είναι να σε βοηθήσουμε να μεταλαμπαδεύσεις τον πλούτο της γνώσης στην επόμενη γενιά αναγνωστών». Το metabοοκ εμπορευματοποιεί τη συνήθεια να χαρίζεται ένα βιβλίο, ξηλώνοντας σιγά-σιγά και την ίδια κοινωνική σχέση.
Αν αναλογιστεί κάνεις τον όγκο των διαθέσιμων βιβλίων –συλλεκτικών ή μη, εξαντλημένων ή όχι- αντιλαμβανόμαστε ότι διακινούνται τεράστια χρηματικά ποσά. Αντιλαμβανόμαστε μια νέα περίφραξη και μια νέα συσσώρευση κεφαλαίου στο πεδίο της ανταλλαγής και του μοιράσματος. Από αυτό το νέο πεδίο εμπορευματοποίησης, δυστυχώς, δεν μπόρεσαν να εξαιρεθούν τα βιβλία, τα έντυπα και τα περιοδικά που επέλεξαν να διακινούνται χέρι με χέρι και χωρίς αντίτιμο, για να αποφευχθεί η διαμεσολάβηση τους χρήματος, αλλά και η γενικότερη αναπαραγωγή των εμπορευματικών σχέσεων. Έχουμε εντοπίσει τέτοια έντυπα, που οι δημιουργοί τους (άτομο, ομάδα, ή συνέλευση) δεν έλαβαν ούτε μισό ευρώ από τη διακίνησή τους, να πωλούνται ως συλλεκτικά ή σπάνια σε εξοργιστικές τιμές.
Recycom: είναι μια επιχείρηση που εφαρμόζει ένα σύστημα διαχείρισης μεταχειρισμένων ειδών ένδυσης και υπόδησης, με δεκάδες κάδους τοποθετημένους σε πόλεις της Ελλάδας υπό την εποπτεία της εκάστοτε δημοτικής αρχής. Τα πράγματα που συλλέγονται χρησιμοποιούνται για την παροχή βοήθειας στις κοινωνικά ευπαθείς ομάδες –με το αζημίωτο φυσικά. Εδώ έχουμε εμπορευματοποίηση μια άλλης διαχρονικής σχέσης, όπου μεταχειρισμένα ρούχα δίνονταν σε άτομα/οικογένειες που τα είχαν ανάγκη χέρι με χέρι. Εδώ πάλι το κεφάλαιο σφηνώνει ανάμεσα σε αυτήν την αλληλεγγύη των από κάτω, παγώνοντας αυτή τη ζεστασιά της εγγύτητας και του χαρίσματος με άχαρους κάδους ανακύκλωσης. Σε αυτή τη λογική θα μπορούσαμε να αναφέρουμε και το Airbnb, όπου η βάση του είναι η εμπορευματοποίηση της φιλοξενίας.
Το μειλίχιο τέρας του καπιταλισμού
Οι άνθρωποι μέσα στους αιώνες της ύπαρξής τους συναντήθηκαν, μοιράστηκαν γνώσεις και πρακτικές. Με κάθε συνάντηση να αποτελεί μια κοινωνική ζύμωση. Ένα βήμα μπρός στην ανθρώπινη χειραφέτηση. Μάθαιναν να υφαίνουν οι ίδιοι την υφή της ίδιας πραγματικότητας. Το κεφάλαιο ως θέαμα, μπήκε ανάμεσα στους ανθρώπους, διέρρηξε το μοίρασμα, έκλεψε γνώσεις και πρακτικές, ξήλωσε την υφή της ίδιας της πραγματικότητας. Ξαναύφανε τον κόσμο στα δικά του μέτρα. Εκεί μέσα επανατοποθέτησε σιγά-σιγά τις ανθρώπινες σχέσεις. Αποξενωμένες, αλλοτριωμένες, εμπορευματοποιημένες, διαμεσολαβημένες από το κεφάλαιο.
Η σύγχρονη μορφή του κεφαλαίου στον λεγόμενο αναπτυγμένο δυτικό κόσμο δεν καίει πια μάγισσες. Εδώ το μειλίχιο τέρας το καπιταλισμού έχει κυριαρχήσει: ο κόσμος παρουσιάζεται σαν ένα τεράστιο Λούνα Παρκ όπου ο καθένας μπορεί να βρει τη θέση του– με τα πάντα όμως γύρω του να καταρρέουν. Με μια υπέρβαση, θα μπορούσαμε να προσομοιάσουμε τους σημερινούς ανθρώπους της «από τα κάτω» προσφοράς και του μοιράσματος, σαν ένα είδος σύγχρονων μαγισσών. Τώρα το κεφάλαιο αυτές τις μάγισσες τις θέλει αποξενωμένες, άγνωστες μεταξύ τους, υπνωτισμένες από τη σαγήνη του, να εκθέτουν τα ξόρκια τους, να τα παζαρεύουν. Το κεφάλαιο αρπάζει τα ξόρκια, ξαναγράφει τη συνταγή, τα κάνει δικά του, τα απομαγεύει.
Λέγεται πως μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τις καπιταλιστικές δομές για να ανατρέψουμε τον ίδιο τον καπιταλισμό. Άραγε θα μπορέσουν τα εργαλεία του αφέντη να γκρεμίσουν το σπίτι του αφέντη; Το κεφάλαιο μετασχηματίζει όχι μόνο τον κόσμο, αλλά και τις κοινωνικές σχέσεις και την ίδια την υποκειμενικότητα του ανθρώπου. Θα πρέπει να απελευθερωθούμε όχι μόνο από τα εξωτερικά δεσμά του κεφαλαίου αλλά και από την εσωτερίκευση των καπιταλιστικών σχέσεων. Υπό αυτό το πρίσμα οι σχέσεις κοινωνικής αλληλεγγύης, η αλληλοϋποστήριξη, το μοίρασμα, το δώρο, η ελεύθερη συνεισφορά, το χτίσιμο δεσμών κοινότητας είναι η απάντηση του κόσμου που ασφυκτιά, που εξεγείρεται, που θέλει να πάρει τη ζωή στα χέρια του.
Υποσημειώσεις:
*Το Μεγάλο Κυνήγι Μαγισσών εκτυλίχτηκε στην Ευρώπη του 16ου και 17ου αιώνα, αλλά και στις αποικίες του Νέου Κόσμου. Οι διωγμοί των μαγισσών ήταν συστηματικές, οργανωμένες και συντονισμένες πρακτικές. Η εκκλησία όριζε τι απαιτούνταν για να κατηγορηθούν κάποιες γυναίκες ως μάγισσες, οι γιατροί τις εξέταζαν, τις βασάνιζαν και τις καταδίκαζαν, οι νομικοί απήγγειλαν κατηγορίες και οι κρατικοί υπάλληλοι οργάνωναν τις εκτελέσεις.
Φ. από το Αγρίνιο
LikeLike
[…] στα Φερτά Υλικά δημοσιευόμενο στο 6ο τεύχος του […]
LikeLike