τεύχος 10 · σελίδα 3 · kostasgal ·

Editorial τεύχους 10

Το κύμα και η σκιά

Ένας άνθρωπος στη θάλασσα!

Ποιός νοιάζεται; Το πλοίο δεν σταματά καν. Ο άνεμος σφυρίζει, κι αυτό το σκοτεινό καράβι εκεί πέρα έχει μια πορεία που είναι υποχρεωμένο να τη συνεχίσει. Προχωράει.

Ο άνθρωπος εξαφανίζεται, μετά ξαναφαίνεται, βουτάει και ξαναβγαίνει στην επιφάνεια, φωνάζει, τεντώνει τα χέρια, αλλά δεν τον ακούνε. Το πλοίο τραντάζεται από τη θύελλα και είναι ολότελα αφοσιωμένο στις μανούβρες του, οι ναύτες και οι επιβάτες δεν βλέπουν καθόλου τον άνθρωπο που βουλιάζει. Το άθλιο κεφάλι του δεν είναι παρά μία κουκίδα στην απεραντοσύνη των κυμάτων.

Φωνάζει απελπισμένα από τα βάθη. Τι σόι φάντασμα είναι αυτό το καράβι που απομακρύνεται! Το κοιτάει, το κοιτάει φρενιασμένα. Απομακρύνεται, θολώνει, μικραίνει σιγά σιγά. Πριν από λίγο μόλις ήταν εδώ, και αυτός ήταν μέρος του πληρώματος, πηγαινοερχόταν στη γέφυρα με τους άλλους, είχε και αυτός το μερτικό του από την ανάσα και τον ήλιο, ήταν και αυτός ζωντανός. Γλίστρησε, έπεσε, τελείωσε.

Είναι μέσα στην τρομακτική θάλασσα. Κάτω από τα πόδια του δεν έχει παρά τη διαφυγή και την εξάντληση. Τα κύματα, ξεσκισμένα και κομματιασμένα από τον άνεμο, τον παρασέρνουν, γύρω από το κεφάλι του όλα τα κουρέλια του νερού, ενώ ένας συρφετός από κύματα φτύνει επάνω του και καταβόθρες των μισοκαταπίνουν. Κάθε φορά που βουλιάζει, μισοβλέπει βάραθρα γεμάτα σκοτεινιά. Άγνωστα απαίσια φυτά που τον γραπώνουν, του δένουν τα πόδια, τον τραβολογούν προς το μέρος τους, νιώθει ότι μεταμορφώνεται σε άβυσσο, ότι είναι μέρος του αφρού, τα κύματα των πετάνε από το ένα στο άλλο, πίνει την πικρή αρμύρα, ο άνανδρος ωκεανός λυσσάει να τον πνίξει, η απεραντοσύνη παίζει με την αγωνία του. Όλο αυτό το νερό μοιάζει σαν να φτιάχτηκε από μίσος.

Παρόλα αυτά, παλεύει.

Προσπαθεί να αμυνθεί,προσπαθεί να κρατηθεί, πασχίζει, κολυμπάι. Αυτός, αυτή η φτωχή δύναμη που εξαντλείται αμέσως, παλεύει το ανεξάντλητο.

Μα πού είναι αυτό το καράβι; Εκεί κάτω. Μόλις που φαίνεται μέσα στα θολά σκοτάδια του ορίζοντα.

Οι ριπές φυσομανάνε. Τον κουκουλώνουν όλοι οι αφροί. Σηκώνει τα μάτια και αντικρίζει μόνο τη χλομάδα τον σύννεφων. Αγωνιώντας γίνεται μάρτυρας αυτής της απέραντης τρέλας της θάλασσας. Αυτή η τρέλα τον βασανίζει. Ακούει ξένους προς τον άνθρωπο θορύβους, που μοιάζουν να έρχονται πέρα από τη θάλασσα, ποιος είναι από ποιο τρομακτικό επέκεινα.

Μες στα σύννεφα πετάνε πουλιά, σαν τους αγγέλους που πετάνε πάνω από τους ανθρώπινους καημούς, αλλά τι να του κάνουν και αυτά; Αυτά πετούν, κελαϊδούν και περνούν και εκείνος παραπονιέται.

Αισθάνεται σα να έχει θαφτεί ταυτόχρονα από δύο άπειρα, τον ωκεανό και τον ουρανό. Ο ένας είναι ο τάφος και ο άλλος το σάβανο.

Πέφτει η νύχτα, ήδη κολυμπάει εδώ και ώρες και δεν έχει άλλες δυνάμεις. Το πλοίο, αυτό το μακρινό πράγμα όπου βρίσκονται οι άνθρωποι, έχει σβηστεί από τα μάτια του. Είναι μόνος σε τούτη την πελώρια καταβόθρα, στο δειλινό, βουλιάζει, τεντώνεται, συστρέφεται, νιώθει από πάνω του τα τερατώδη κύματα του αόρατου. Φωνάζει.

Δεν υπάρχει άνθρωπος. Και ο θεός που είναι;

Φωνάζει. Υπάρχει κανείς; Κάποιος; Φωνάζει συνεχώς.

Στον ορίζοντα τίποτα. Στον ουρανό τίποτα.

Ικετεύει την απεραντοσύνη, το κύμα, τα φύκια, τα βράχια. Όλα βουβά. Παρακαλάει τη θύελλα. Αλλά η θύελλα, απαθής δεν υπακούει παρα στο άπειρο.

Γύρω του σκοτεινιά, η ομίχλη, η μοναξιά, η θυελλώδης και αδιάφορη αναταραχή, ή χωρίς τέλος αναδίπλωση των άγριων υδάτων. Μέσα του ο τρόμος και η κούραση. Από κάτω η πτώση. Κανένα σημείο στήριξης. Αναλογίζεται τις σκοτεινές περιπέτειες του πτώματος μέσα στη χωρίς τέλος σκιά. Το ατέρμονο κρύο τον παραλύει. Τα χέρια του σφίγγονται και κλείνουν πιάνοντας το τίποτα. Άνεμοι, σύννεφα, ανεμοστρόβιλοι, λυσσομάνητες, αστέρια, όλα άχρηστα! Τι να κάνει; Ο απελπισμένος εγκαταλείπεται. Όποιος είναι κατάκοπος αποφασίζει να προτιμήσει τον θάνατο. Απαρατιέται, εγκαταλείπει την προσπάθεια, παρασύρεται, και να που βουλιάζει οριστικά στα σκοτεινά βάθη που τον καταπίνουν.

Ώ, ανελέητη πορεία των ανθρώπινων κοινωνιών! Στο πέρασμά σου τόσο τόσες χαμένες ψυχές και άνθρωποι! Ωκεανέ, όπου πέφτει ό,τι ο νόμος αφήνει να πέσει! Φρικαλέα εξαφάνιση της βοήθειας. Ώ θάνατε τις ηθικής!

Η θάλασσα είναι η αδυσώπητη κοινωνική νύχτα, εκεί που το ποινικό σύστημα πετάει τους καταδίκους του.

Η θάλασσα είναι απέραντη εξαθλίωση.

Ψυχή που πηγαινοέρχεται σε αυτό το βάραθρο μπορεί να καταντήσει πτώμα. Ποιος να την αναστήσει;

Βίκτορ Ουγκό, Οι άθλιοι

*αφιερωμένο στους 10 νεκρούς κρατούμεους των φυλακών Αγ. Στεφάνου Πάτρας από τον Απρίλη του 2026 μέχρι και την έκδοση αυτού του τεύχους…

Διάβασέ το όπως τυπώθηκε: τεύχος 10 , σελίδα 3, στο PDF →

Κάτι να πεις; Γράψε μας. Τα σχόλια ανεβαίνουν εδώ, σε μαύρο φόντο, όπως και τα δικά μας.

γράψε σχόλιο με email